γαστρίζω

γαστρίζω, ([etym.] γάστρις)
A punch a man in the belly, Ar.Eq.273 ([voice] Pass.), 454, V.1529.
II stuff, gorge,

τὸν παιδαγωγόν D.Chr.66.11

, cf. Luc. DMeretr.10.4 (Phryn. 76 is incorrect):—[voice] Pass., to be stuffed full, eat gluttonously, Theopomp. Hist.187, Men.Pk.98, Posidon.18, Luc.Rh. Pr.24, Alciphr.3.45;

ἱκανῶς γεγαστρίσμεθα Ath.3.96f

.
III γαστρίζων σφυγμός, term invented by Archig., Gal.8.665.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαστρίζω — (Α γαστρίζω) νεοελλ. ψήνω ψωμί στη γάστρα αρχ. 1. δίνω σε κάποιον γροθιά στην κοιλιά 2. παραταΐζω κάποιον, τού γεμίζω την κοιλιά με φαγητό. [ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. γαστρίζω < γαστήρ ( στρός), ενώ το νεοελλ. γαστρίζω < γάστρα] …   Dictionary of Greek

  • γαστριζομένων — γαστρίζω punch pres part mp fem gen pl γαστρίζω punch pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριζόμεθα — γαστρίζω punch pres ind mp 1st pl γαστρίζω punch imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριζόμενον — γαστρίζω punch pres part mp masc acc sg γαστρίζω punch pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριζόντων — γαστρίζω punch pres part act masc/neut gen pl γαστρίζω punch pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρισόμενον — γαστρίζω punch fut part mid masc acc sg γαστρίζω punch fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίζει — γαστρίζω punch pres ind mp 2nd sg γαστρίζω punch pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίζοντα — γαστρίζω punch pres part act neut nom/voc/acc pl γαστρίζω punch pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίζου — γαστρίζω punch pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) γαστρίζω punch imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίσαι — γαστρίζω punch aor inf act γαστρίσαῑ , γαστρίζω punch aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγαστρίσμεθα — γαστρίζω punch perf ind mp 1st pl γαστρίζω punch plup ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.